Μαθηματικά /maθimatiká/ NounEnglishmaths한국어수학ExampleΠρέπει να διαβάσω για τις **Μαθηματικά** μου εξετάσεις απόψε.I have to study for my maths exam tonight.Το 'Μαθηματικά' εδώ είναι το αντικείμενο μελέτης.