Μάιος /maˈios/ Noun

English
may
한국어
오월

Example

  • Γεννήθηκε τον [Μάιο] (Μάιος / Μάης / Μάη) — τον μήνα της άνθισης.
  • She was born in May.
  • Το 'Μάης' είναι πιο συνηθισμένο στον προφορικό λόγο.