μειώνω /miˈono/ NounEnglishdecrease한국어감소ExampleΥπήρξε σημαντική μείωση των πωλήσεων αυτό το τρίμηνο.There was a significant decrease in sales this quarter.Η 'μείωση' είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος για οικονομικά/στατιστικά.