Μέσο /ˈme.so/ NounEnglishmeans한국어의미하다ExampleΤο email είναι ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό [μέσο] επικοινωνίας.Email is a highly effective means of communication.Εδώ το 'μέσο' είναι ουδέτερο και λειτουργεί ως μέθοδος.