Μεταφορά /metɐˈfora/ Noun

English
transport
한국어
교통

Example

  • Η πόλη βελτιώνει το δίκτυο δημόσιας [μεταφοράς].
  • The city is improving its public transport network.
  • Εδώ εννοούμε τα μέσα μαζικής μεταφοράς.