Μετασχηματισμός /metasχimaˈtizmos/ Noun
- English
- transformation
- 한국어
- 변모
Example
- Η **μεταμόρφωση** (αλλαγή / μετασχηματισμός / αναμόρφωση) του τρόπου που δουλεύουμε έχει αλλάξει τα πάντα την τελευταία δεκαετία.
- The way in which we work has undergone a complete transformation in the past decade.
- Τονίζει την ολοκληρωτική αλλαγή του μοντέλου εργασίας.