μεταπολεμικός /metapoˈlemikos/ Adjective

English
post-war
한국어
전후(戰後)

Example

  • Τα **μεταπολεμικά** χρόνια ήταν μια εποχή ανοικοδόμησης και ελπίδας.
  • The post-war years were a time of rebuilding.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο (τα χρόνια).