μετρητά /metriˈta/ NounEnglishcash한국어현금ExampleΠόσα μετρητά έχεις πάνω σου; (ρευστό / χρήματα / χαρτονομίσματα)How much cash do you have on you?Η ερώτηση αφορά την άμεση διαθεσιμότητα.