μηχανισμός /mi.çi.aˈniz.mos/ NounEnglishmechanism한국어메커니즘ExampleΟ [μηχανισμός] (δομή / λειτουργία / τρόπος) του ρολογιού είναι απίστευτα λεπτός.The watch mechanism is incredibly delicate.Εδώ τονίζουμε την εσωτερική, τεχνική διάταξη.