μικρός /miˈkros/ AdjectiveEnglishsmall한국어작다ExampleΜένουν σε μια μικρή πόλη, σαν να ζουν σε ένα παραμύθι.They live in a small town.Η λέξη 'μικρή' εδώ δίνει ζεστασιά.