μισώ /miˈseo/ ΡήμαEnglishhate한국어싫어하다ExampleΜισώ να περιμένω σε μεγάλες ουρές στο σούπερ μάρκετ.I hate waiting in long lines at the grocery store.Το «μισώ» εδώ είναι καθημερινό και έντονο.