Πορφυρό /porfiˈro/ Adjective

English
purple
한국어
보라색

Example

  • Φόρεσε ένα υπέροχο πορφυρό φόρεμα στη δεξίωση.
  • She wore a beautiful purple dress to the gala.
  • Το 'πορφυρό' δίνει μια πιο επίσημη αίσθηση.