Ανάμεικτος /anaˈmiktos/ AdjectiveEnglishmixed한국어섞인ExampleΗ συνταγή απαιτεί ένα [ανάμεικτο] σακουλάκι κατεψυγμένων λαχανικών.The recipe calls for a mixed bag of frozen vegetables.Το 'ανάμεικτο' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.