μοναχός /moˈnaχos/ NounEnglishmonk한국어스님ExampleΟ Βενεδικτίνος Μοναχός πέρασε τις μέρες του στην προσευχή και τη μελέτη.The Benedictine monk spent his days in prayer and study.Η λέξη 'Μοναχός' με κεφαλαίο δείχνει σεβασμό στην ιδιότητα.