ένταση /baχariˈko/ Noun
- English
- spice
- 한국어
- 향신료 (요리) / 활력 (비유)
Example
- Οι κλασικές γεύσεις, όπως η κανέλα και το γαρύφαλλο, είναι απαραίτητα [μπαχαρικά] στη ζαχαροπλαστική.
- Common spices such as ginger and cinnamon are essential in baking.
- Εδώ χρησιμοποιείται στον πληθυντικό, όπως συνηθίζεται.