μπισκότο /bisˈkoto/ NounEnglishbiscuit한국어비스킷ExampleΜου πρόσφερε ένα σοκολατένιο [μπισκότο] (κουλουράκι / γλυκό / αρτοσκεύασμα).She offered me a chocolate-covered biscuit.Το 'μπισκότο' είναι η πιο άμεση και κοινή μετάφραση.