μύλος /miˈlos/ Noun

English
mill
한국어
제분소

Example

  • Ο παλιός μύλος μετατράπηκε σε διαμερίσματα.
  • The old mill has been converted into apartments.
  • Εδώ το 'μύλος' είναι η πιο φυσική επιλογή.