μυστηριώδης /mistirioːðis/ ΕπίθετοEnglishmysterious한국어신비로운ExampleΠέθανε με [αδιευκρίνιστες] συνθήκες.He died in mysterious circumstances.Εδώ το 'αδιευκρίνιστες' (unclear) είναι πιο συχνό από το 'μυστηριώδεις' σε ρεπορτάζ.