Εντόπιος /enˈdopios/ Adjective
- English
- native
- 한국어
- 토박이 / 원어민
Example
- Επέστρεψε στην [γενέτειρά της / εντόπια πόλη / αυτόχθονα πόλη] μετά από χρόνια στο εξωτερικό.
- She returned to her native city after years abroad.
- Το 'γενέθλιος' είναι πιο ζεστό και προσωπικό για τόπους.