Υποψηφιότητα /ipsopsefiˈotita/ Noun

English
nomination
한국어
지명

Example

  • Η είσοδος στο κλαμπ γίνεται με καθαρή [υποψηφιότητα] και όχι με κλήρωση.
  • Membership of the club is by nomination only.
  • Εδώ τονίζεται η επίσημη διαδικασία επιλογής.