Νόμος /ˈno̞mos/ Noun

English
law
한국어

Example

  • Η κυβέρνηση ψήφισε νέος [νόμος] (θέσπιση / διάταξη / κανόνας) για την προστασία του περιβάλλοντος.
  • The government passed a new law to protect the environment.
  • Το 'ψήφισε' είναι το κλειδί για την πράξη της θέσπισης.