Νομοθετικός /no.mo.θe.tiˈkos/ Επιθετικό
- English
- legislative
- 한국어
- 입법(立法)
Example
- Η **νομοθετική** εξουσία ψήφισε να εγκρίνει τον προϋπολογισμό.
- The legislative assembly voted to approve the budget.
- Εδώ το 'νομοθετική' είναι το κλειδί για την εξουσία του κράτους.