Πτέρυγα /wɔːd/ NounEnglishward한국어병동ExampleΗ παιδική πτέρυγα είναι διακοσμημένη με πολύχρωμες τοιχογραφίες.The children's ward is decorated with colorful murals.Η 'πτέρυγα' δίνει την αίσθηση του μεγάλου χώρου.