Νότιος /ˈnɔtios/ AdjectiveEnglishsouthern한국어남쪽ExampleΟι νότιες πλαγιές των βουνών είναι πιο ζεστές.The southern slopes of the mountains are warmer.Η χρήση του 'νότιες' είναι η πιο άμεση και συχνή.