ντύσιμο /ˈnˈdʲimə/ NounEnglishoutfit한국어코디 (Coordination)ExampleΦορούσε ένα ακριβό καινούργιο ντύσιμο.She was wearing an expensive new outfit.Το 'ντύσιμο' εδώ καλύπτει την έννοια του 'outfit' άψογα.