αγροίκος /aˈɣrikos/ Ο Γεωργός
- English
- peasant
- 한국어
- 농민 / 촌놈
Example
- Οι αγρότες (ο γεωργός / ο χωρικός / ο καλλιεργητής) βασίζονταν σε παραδοσιακές μεθόδους για την άρδευση των καλλιεργειών τους.
- The peasant farmers relied on traditional methods to irrigate their crops.
- Εδώ το 'αγρότης' είναι ο πιο ουδέτερος και σύγχρονος όρος.