οδήγηση /oˈðiɣisi/ Noun
- English
- driving
- 한국어
- 운전
Example
- Καταδικάστηκε για επικίνδυνη οδήγηση (επικίνδυνη οδήγηση / κακή οδήγηση / απερίσκεπτη οδήγηση) λόγω της ταχύτητας.
- She was convicted of dangerous driving.
- Το 'επικίνδυνη οδήγηση' είναι η νομική έκφραση.