ΕΚΤΟΣ /ekˈtos/ AdverbEnglishoff한국어끄다ExampleΜου 'ξύρισαν' το γένι [ξύρισαν / έκοψαν / τριμάρισαν] — από: He had his beard shaved off.He had his beard shaved off.Εδώ το 'off' δηλώνει την ολοκληρωτική αφαίρεση.