Οικονομικός /iko.noˈmi.kos/ Adjective
- English
- financial
- 한국어
- 재정적인
Example
- Η τράπεζα παρέχει οικονομικές συμβουλές σε μικρές επιχειρήσεις.
- The bank provides financial advice to small businesses.
- Εδώ το 'οικονομικές' είναι το κλειδί για την επιχειρηματική στήριξη.