ομιλητής /o.mi.liˈtis/ NounEnglishspeaker한국어연사 (Speaker)ExampleΟ κεντρικός **ομιλητής** (ο εκφωνητής / ο ομιλέων) ήταν πολύ πειστικός.The guest speaker was very engaging.Σε συνέδρια, ο 'ομιλητής' είναι ο καθιερωμένος όρος.