όπλο /ˈoplɔ/ NounEnglishgun한국어총ExampleΚρατούσε ένα [όπλο] στο συρτάρι.He kept a gun in the drawer.Η λέξη 'όπλο' καλύπτει τα πάντα, από περίστροφο μέχρι τουφέκι.