οργανώνω /orɣaˈnizo/ Verb
- English
- organize
- 한국어
- 정리하다
Example
- Μας βοήθησε να [οργανώσουμε] (τακτοποιήσουμε / διευθετήσουμε / τακτοποιήσουμε) διάφορες εκδηλώσεις.
- He helped to organize various events.
- Το 'οργανώνω' είναι η πιο άμεση και σύγχρονη επιλογή.