Ορμή /orˈmi/ Noun

English
momentum
한국어
탄력

Example

  • Η εκστρατεία απέκτησε [ορμή] μετά την ομιλία του υποψηφίου.
  • The campaign gathered momentum after the candidate's speech.
  • Εδώ η 'ορμή' είναι η θετική δυναμική που χτίζεται.