Ουσιαστικά /u.si.stiˈka/ AdverbEnglishbasically한국어사실상ExampleΝομίζω πως **ουσιαστικά** λέμε το ίδιο πράγμα.I think we are basically saying the same thing.Το 'ουσιαστικά' εδώ τονίζει την κοινή βάση της ιδέας.