Σημαντικά /simanˈdika/ Adverb
- English
- substantially
- 한국어
- 상당히
Example
- Το κόστος αυξήθηκε **ουσιαστικά** από πέρυσι. (Αυξήθηκε **κατά πολύ** / **σε μεγάλο βαθμό** / **σημαντικά**)
- The costs have increased substantially since last year.
- Εδώ τονίζεται η αλλαγή στην ποσότητα/μέγεθος.