Οξύς /oˈksiːs/ Επίθετο

English
acute
한국어
급성(Acute) / 예리한(Acute)

Example

  • Υπάρχει **οξεία** έλλειψη νερού στην περιοχή. (Οξεία / Έντονη / Σοβαρή)
  • There is an acute shortage of water in the region.
  • Στην κρίση, το «οξεία» είναι το πιο ταιριαστό, δίνοντας έμφαση στην κρισιμότητα.