πακέτο /paˈkɛto/ NounEnglishpackage한국어택배 / 패키지ExampleΈνα μεγάλο πακέτο έφτασε για σένα. (Η δέσμη / Το δέμα / Η αποστολή)A large package has arrived for you.Το 'πακέτο' είναι η πιο κοινή, καθημερινή λέξη.