Βάση (για τεχνολογία) / Μαξιλαράκι (για προστασία) /pæd/ Noun

English
pad
한국어
패드 (Pad)

Example

  • Χρησιμοποίησε το **ταμπονέ** (βαμβάκι / χαρτομάντιλο / χνούδι) για να αφαιρέσεις το μακιγιάζ.
  • Use a cleansing pad to remove makeup.
  • Το «ταμπονέ» είναι η πιο συχνή επιλογή για καλλυντικά pads.