Βρεφικός Σταθμός /vreˈfikos staˈθmos/ NounEnglishnursery한국어아기방 / 어린이집ExampleΗ μικρότερη κόρη της είναι στον παιδικό σταθμό τώρα.Her youngest child is at nursery now.Το «παιδικός σταθμός» είναι η πιο κοινή και ζεστή επιλογή.