διαχρονικός διαχρονικός AdjectiveEnglishlong-standing한국어유서 깊은ExampleΈχουν μια **διαχρονική** (παλαιός / εδραιωμένος / ετών) συμφωνία.They have a long-standing agreement.Το 'διαχρονικός' δίνει μια αίσθηση ότι ξεπερνά τον χρόνο.