Επιτροπή / Πλαίσιο /pæˈnɛl/ Noun

English
panel
한국어
패널

Example

  • Μία από τις γυάλινες πλάκες (υαλοστάσια) της μπροστινής πόρτας είχε ραγίσει.
  • One of the glass panels in the front door was cracked.
  • Εδώ το «πάνελ» είναι δομικό στοιχείο, οπότε χρησιμοποιούμε το «υαλοστάσιο» ή «πλάκα».