παράγοντας /paˈraʝondas/ Noun

English
factor
한국어
요인

Example

  • Η παχυσαρκία αποτελεί βασικό κίνδυνο [παράγοντας] για καρδιακές παθήσεις.
  • Obesity is a major risk factor for heart disease.
  • Εδώ το «παράγοντας» είναι η πιο φυσική επιλογή.