Παραλήπτης /paraˈlip.tis/ Noun

English
recipient
한국어
수신인

Example

  • Η [ο/η παραλήπτης] των Βραβείων Νόμπελ Ειρήνης ήταν συγκινητική.
  • She was the recipient of the Nobel Peace Prize.
  • Εδώ το 'παραλήπτης' λειτουργεί ως ο τίτλος της τιμής.