παραπονιέμαι /para.ponjéme/ VerbEnglishcomplain한국어불평하다ExampleΔεν «φωνάζει» ποτέ, μα είναι φανερό πως έχει εξαντληθεί.She never complains, but she's obviously exhausted.Χρησιμοποιούμε το «φωνάζω» για έντονη, αλλά όχι επίσημη, διαμαρτυρία.