παραβιάζω /paraˈvjazo/ Verb
- English
- violate
- 한국어
- 위반하다
Example
- Η εταιρεία τιμωρήθηκε για **παραβίαση** (παραβιάζω) περιβαλλοντικών κανονισμών.
- The company was fined for violating environmental regulations.
- Εδώ το ρήμα είναι η πιο άμεση και τυπική επιλογή.