παρουσία /paruˈsja/ NounEnglishpresence한국어존재감ExampleΔεν έδειξε καν να αντιλαμβάνεται την [παρουσία] μου.He hardly seemed to notice my presence.Εδώ η «παρουσία» είναι η φυσική μου υπόσταση στον χώρο.