πατάτα /paˈta.ta/ Noun

English
potato
한국어
감자

Example

  • Μπορείς να καθαρίσεις τις [πατάτες] για το βραδινό;
  • Will you peel the potatoes for me?
  • Η λέξη χρησιμοποιείται πάντα στον πληθυντικό όταν αναφερόμαστε στο φαγητό.