παρασύρω /paraˈsiro/ VerbEnglishtempt한국어유혹하다ExampleΟ ζεστός καιρός με [πειράζει] (παρασύρω / δελεάζω / ελκύω) να πάμε για περπάτημα.The warm weather tempted us to go for a walk.Εδώ το 'πειράζω' είναι η πιο φυσική, καθημερινή επιλογή.