περαιτέρω /perɛˈtɛro/ Adjective

English
further
한국어
더 (더욱 / 추가로)

Example

  • Ψήσε για **περαιτέρω** δύο λεπτά.
  • Cook for a further 2 minutes.
  • Εδώ το 'περαιτέρω' δηλώνει χρόνο που προστίθεται.