Περιέργεια /peɾiˈeɾʝia/ Noun
- English
- curiosity
- 한국어
- 호기심
Example
- Τα παιδιά δείχνουν **περιέργεια** για τα πάντα. [Η **περιέργεια** / Η **φιλομάθεια** / Η **διερευνητική διάθεση** — του: Children show curiosity about everything.]
- Children show curiosity about everything.
- Εδώ χρησιμοποιείται η πιο κοινή, ουδέτερη λέξη.